σίνομαι

και σινοῡμαι και αμφβλ. ιων. τ. σινέομαι και αιολ. τ. σίννομαι και ενεργ
τ. σίνω και σινῶ Α
βλάπτω, καταστρέφω (α. [για τη Χάρυβδη] «ὅτε μοι σίνοιτό γ' ἑταίρους», Ομ. Οδ.
β) «ἐσίνοντο ἐπιόντες χώρους τῆς Ἀττικῆς», Ηρόδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Το ρ. σῑνομαι έχει σχηματιστεί από άγνωστο ενεστ. θ. με έρρινο πρόσφυμα -ν- (το οποίο επεκτάθηκε και στους υπόλοιπους χρόνους και στα παράγωγα) και κατάλ. -yo (πρβλ. κλί-νω, κρί-νω). Η άποψη ότι το ρ. ανάγεται στο προελληνικό γλωσσ. υπόστρωμα με θ. *τFι-ν και ότι συνδέεται με τον τ. σής (πιθ. < *τFη[ι]-ς), καθώς και η σύνδεση με το αγγλοσαξ. pwī-nam παραμένουν ανεπιβεβαίωτες και, τελικά, μάλλον απίθανες].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σίνομαι — σί̱νομαι , σίνομαι harm aor subj mp 1st sg (epic) σί̱νομαι , σίνομαι harm pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σῖναι — σίνομαι harm aor imperat mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σινόμεθα — σῑνόμεθα , σίνομαι harm aor subj mp 1st pl (epic) σῑνόμεθα , σίνομαι harm pres ind mp 1st pl σῑνόμεθα , σίνομαι harm imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίνετ' — σί̱νεται , σίνομαι harm aor subj mp 3rd sg (epic) σί̱νεται , σίνομαι harm pres ind mp 3rd sg σί̱νετο , σίνομαι harm imperf ind mp 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σινόδους — και σινόδων και σε κώδ. σινώδων, οντος, ὁ, ἡ, Α 1. (κατά τον Ησύχ.) αυτός που με τα δόντια του, με το δάγκωμά του πληγώνει ή καταστρέφει 2. το αρσ. ως ουσ. ὁ σινόδους και σινόδων είδος σαρκοφάγου ψαριού που ζει κατά αγέλες. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. σιν… …   Dictionary of Greek

  • σινώ — (I) έω, Α βλ. σίνομαι. (II) όω, Α [σῑνος] σίνομαι …   Dictionary of Greek

  • κατασινομένων — κατασῑνομένων , κατά σίνομαι harm pres part mp fem gen pl κατασῑνομένων , κατά σίνομαι harm pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασινόμενον — κατασῑνόμενον , κατά σίνομαι harm pres part mp masc acc sg κατασῑνόμενον , κατά σίνομαι harm pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασίνεται — κατασί̱νεται , κατά σίνομαι harm aor subj mp 3rd sg (epic) κατασί̱νεται , κατά σίνομαι harm pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περσίνου — περσί̱νου , περί σίνομαι harm pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric) περσί̱νου , περί σίνομαι harm imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric) περί σινόω pres imperat act 2nd sg περί σινόω imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.